καμπινές
ο, και καμπινέ, το, ουσ.
- (αρχιτ.) ο χώρος εντός του οποίου γίνεται η προσωπική ανάγκη, το αποχωρητήριο, συνών. τουαλέτα, W.C. αφοδευτήριο, απόπατος, χαλές, ουρητήριο
- η λεκάνη του αποχωρητηρίου.
Ετυμολογία
< γαλλ. cabinet [με προσθήκη -ς για προσαρμογή στο μορφολογικό σύστημα της δημοτικής] < cabine [= μικρό δωμάτιο] < cabane < μσν. λατιν. canaba και capanna [= καλύβα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμπινές», σ. 397. https://navalhistory.gr/lexiko/καμπινεσ/