κατανομή
η, ουσ.
- μοίρασμα με ακρίβεια και μεθοδικότητα, κερδών, δαπανών, αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, βουλευτικών εδρών, συνών. καταμερισμός
- καταμερισμός ενός συνόλου προσώπων, ζώων ή πραγμάτων και η τοποθέτησή τους σε συγκεκριμένο χώρο, καταμέριση, (φρ.) «κατανομή αβαριών / βάρους / πυρός».
Ετυμολογία
< κατανέμω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατανομή», σ. 418. https://navalhistory.gr/lexiko/κατανομη/