navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλιματο-

κλιματο-

πρώτο συνθετικό ξένων όρων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό έχει σχέση ή επηρεάζεται από το κλίμα μιας χώρας και είναι όροι της ιατρικής, της τεχνολογίας και της μετεωρολογίας, π.χ.: κλιματισμός, κλιματογραφία, κλιματοθεραπεία, κλιματολογία, κλιματοπαθολογία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλιματο-», σ. 436. https://navalhistory.gr/lexiko/κλιματο/