κιλο-
πρώτο συνθετικό ξένων σύνθετων λ. και νόθων σύνθετων που δηλώνουν μονάδες μέτρησης που αποτελούνται από χίλιες μονάδες κατώτερης τάξης και είναι όροι της φυσικής (π.χ. κιλοβάτ, κιλοβατώρα, κολοπόντ, κιλοτζάουλ).
Ετυμολογία
< γαλλ. kilo (συγκεκομμένος τ. του kilogramme) < ελλ. χιλιό[γραμμο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κιλο-», σσ. 431-432. https://navalhistory.gr/lexiko/κιλο-2/