κοπάνι
Και: κοπανέλι
το, ουσ.

1. μικρός κόπανος, 3. τεχνική πλεξίματος, 3. (ιχθυολ.) αφρόψαρο που το συναντάμε στον Ατλαντικό Ωκεανό και στη Μεσόγειο Θάλασσα, είδος μικρού τόνου, γνωστό και ως βαρελάκι, τερνέττα και τουμπαρέλι, μέγιστο μήκος του σώματός του 51 εκ. το συνηθέστερο έως 35 εκ., το χρώμα του στη ράχη μπλε το οποίο αλλάζει σε σκούρο μωβ ή μαύρο στο κεφάλι, λευκή η κοιλιά του χωρίς γραμμές και κηλίδες, τρέφεται με μικρότερα ψάρια, καρκινοειδή και κεφαλόποδα.
Ετυμολογία
<
ή κόπαν(ος) [< αρχ. κόπανον = γουδοχέρι] + -ι/-έλι, ή
ή βενετ. copan(o) [= λόγχη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοπάνι ή κοπανέλι», σ. 447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοπανι-η-κοπανελι/