καταδυτικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που αναφέρεται ή είναι σχετικός με την κατάδυση, συνών. βυθιστικός, βουλιαχτικός, αντών. αναδυτικός, (φρ.) «καταδυτικό πλοίο / σκάφος / σκάφανδρο / συνεργείο», «καταδυτική μηχανή / σχολή / φιάλη», «καταδυτικός τουρισμός / εξοπλισμός / φακός».
Ετυμολογία
< κατάδυ(σις) + [καταλ.] -τικός.
Επιρρήματα
καταδυτικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταδυτικός», σ. 416. https://navalhistory.gr/lexiko/καταδυτικοσ/