καμινεύω
ρ. [μετβ.]
α) κατεργάζομαι κάτι σε καμίνι, β) λιώνω μέταλλο, γ) ασβεστοποιώ πέτρες.
Ετυμολογία
< καμίνι.
Παράγωγα
καμίνευμα, καμίνευση, καμινευτικός, καμινευτής, καμινευτήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμινεύω», σσ. 395-396. https://navalhistory.gr/lexiko/καμινευω/