καπλαμάς
ο, ουσ. [πληθ. καπλαμάδες]

λεπτό φύλλο ξύλου, ή μετάλλου κατάλληλο για επένδυση επιφανειών κατώτερης ποιότητας.
Ετυμολογία
< τουρκ. kaplama < ρ. kaplamak [= επικαλύπτω, περικαλύπτω, επιστρώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπλαμάς», σ. 403. https://navalhistory.gr/lexiko/καπλαμασ/