καφασωτός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που μοιάζει με καφάσι, (φρ.) «καφασωτή περίφραξη» δικτυωτός
- (ως ουσ.) το καφασωτό, ξύλινο ή μεταλλικό πλέγμα παραθύρων.
Παράγωγα
καφασωτά [= με καφασωτό τρόπο]. «Εκεί δεν είχε πάνε κ’ έλα και θόρυβο και θέατρα και ξένους, όπως στο Πέρα και στο Γαλατά. Εκεί η ζωή κυλούσε γιαβάς - γιαβάς. Στενά λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά ξύλινα σπίτια με τεράστιες γεροδεμένες πόρτες που μοιάζουν πόρτες φυλακής. Καφασωτά παράθυρα, ερημιά. Τσαρσιά με ραχατλήδες ανατολίτες εμπόρους σταυροπόδι μπροστά στην πραμάτεια τους: φίλντισι, κεχλιμπάρι και συντέφι. Μεταξωτά υφάσματα και λαχουρένια σάλια από τις Ινδίες, πολύτιμα αρώματα και ο αέρας να μυρίζει πατσουλί». ► Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, έκδοση 37η, Αθήνα 1995.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καφασωτός», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καφασωτοσ/