κοντρόλ
το, άκλ. ουσ.
- έλεγχος
- α) η κονσόλα, πίνακας ελέγχου, β) ο χώρος εντός του οποίο βρίσκονται τα μηχανήματα ρυθμίσεων και προγραμματισμού
- (μτφ.) προσεκτική εξέταση.
Ετυμολογία
< γαλλ. controle.
Παράγωγα
κοντρολάρω, κοντρολάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοντρόλ», σσ. 446-447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοντρολ/