navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοντρόλ

κοντρόλ

το, άκλ. ουσ.

  1. έλεγχος
  2. α) η κονσόλα, πίνακας ελέγχου, β) ο χώρος εντός του οποίο βρίσκονται τα μηχανήματα ρυθμίσεων και προγραμματισμού
  3. (μτφ.) προσεκτική εξέταση.

Ετυμολογία

< γαλλ. controle.

Παράγωγα

κοντρολάρω, κοντρολάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοντρόλ», σσ. 446-447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοντρολ/