navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλαφάτης

καλαφάτης

ο, ουσ.

(επάγγ.) ο τεχνίτης που επιδιορθώνει πλοία ή βαρέλια φράζοντας με στουπί και μονώνοντας με πίσσα τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στις ξύλινες τάβλες, συνών. διανάκτης.

Ετυμολογία

< μσν. καλαφάτης < ιταλ. calafato < αραβ. qalafat και qalfat.

Παράγωγα

καλαφατίζω, καλαφάτισμα, καλαφατώ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλαφάτης», σ. 391. https://navalhistory.gr/lexiko/καλαφατησ/