καρέκλα
η, ουσ.
- κάθισμα με τέσσερα πόδια κατάλληλο για ένα άτομο, συνών. καθέκλα και καδέγλα και καδέκλα και καθήκλα, (φρ.) «αναπηρική καρέκλα», ειδικό τροχήλατο κάθισμα για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων
- (συνεκδ.) ο υπηρεσιακός βαθμός τον οποίο θέλει να αποκτήσει ή να διατηρήσει κάποιος, το αξίωμα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < βενετ. charegla (από παραφθορά του αρχ. βενετ. cadegla < cadegra) < λατιν. cathedra < αρχ. καθέδρα.
Παράγωγα
καρεκλάς, καρεκλάδικο, καρεκλιά.
Σύνθετα
καρεκλοκένταυρος, καρεκλοποιός, καρεκλοθήρας, καρεκλοπόδαρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρέκλα», σσ. 408-409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρεκλα/