navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρέκλα

καρέκλα

η, ουσ.

  1. κάθισμα με τέσσερα πόδια κατάλληλο για ένα άτομο, συνών. καθέκλα και καδέγλα και καδέκλα και καθήκλα, (φρ.) «αναπηρική καρέκλα», ειδικό τροχήλατο κάθισμα για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων
  2. (συνεκδ.) ο υπηρεσιακός βαθμός τον οποίο θέλει να αποκτήσει ή να διατηρήσει κάποιος, το αξίωμα.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < βενετ. charegla (από παραφθορά του αρχ. βενετ. cadegla < cadegra) < λατιν. cathedra < αρχ. καθέδρα.

Παράγωγα

καρεκλάς, καρεκλάδικο, καρεκλιά.

Σύνθετα

καρεκλοκένταυρος, καρεκλοποιός, καρεκλοθήρας, καρεκλοπόδαρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρέκλα», σσ. 408-409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρεκλα/