Λεξικό της Θάλασσας › Προέλευση λέξεων › Μεσαιωνικά Ελληνικά
Μεσαιωνικά Ελληνικά
581 λέξεις
581 λέξεις που ήρθαν κατευθείαν από τα μεσαιωνικά ελληνικά, σύμφωνα με την ετυμολογία του λεξικού.
- αβάντζα και αβάντσα
- αβγοτάραχο
- αβίζο
- α(γ)έρι
- αγκίστρι
- αγκώνας
- αγώ(γ)ι
- αδειάζω
- άδειος
- αδράχνω και αδράζω
- αδράχτι
- αθερίνα και αθερίνη
- αθερινολόγος
- ακόνι
- ακριβός
- ακροβόλι
- ακρογιάλι
- αλάτι
- Αλβανία
- αλέθω
- Αλιμιά ή Αλιμνιά
- αλμικανταράτος
- αλμύρα και αρμύρα
- αλύγιστος
- αλυκή
- αλυσοδένω
- αλφάδι
- αμμούδα και αμμοσούρα
- αμόνι
- ανάλατος
- ανάποδα
- αναπόσπαστος
- ανεβάζω
- ανελκυστήρας
- ανελκύω, και -ώ
- ανεμίζω
- ανεμοβρόχι και ανεμόβροχο
- ανεμοδούρα
- ανήμερα
- ανταλλακτήριο
- αντάμα
- αντάρα
- αντέν(ν)α
- αντίκρυ
- αντιμόνιο
- αντίπερα
- ανυπακοή
- απανεμιά
- άπατος
- απλήρωτος
- απλός
- απόγε(υ)μα και απόγιομα
- αποθέτω
- απολαβή
- αποπληρωμή
- αποπληρώνω
- Αποσπερίτης
- αποστείρωση
- αποστράγγιση
- απόφαση
- αποφασίζω
- αποφράζω
- απόχη
- απώστης
- άραγμα
- αράδα
- αράζω
- αραξοβόλι
- αρματωσιά
- αρματώνω
- αρμίδι και ορμίδι και αρμίθι
- αρμυρήθρα και αλμυρήθρα και αρμυρίδα και αλμυρίχα
- αρναούτης
- αρραβώνας και αρρεβώνας
- αρσανάς και ταρσανάς και αρσενάς
- ασβέστης
- ασπρίζω
- αστέρι
- αστροπελέκι
- ατσάλι
- Αυγερινός
- αυλάκι
- αυτοθυσία
- αφαλός
- αχηβάδα και αχιβάδα
- αχινός
- αψίθυμος
- βαγένι
- βάζω και βάνω
- βάλτος
- βαρδάρης
- βαρέλα
- βαριά
- βαρίδι και βαρίδιο
- βατσέλι
- βάφω
- βγάζω
- βέργα
- βερνίκι
- βήχας
- βιβάρι και διβάρι
- βίδα
- βίζιτα
- βορβοροφάγος
- βότσαλο
- Βουλγαρία
- βουλιάζω
- βουλλώνω
- βούρκος
- βούρλο και βρούλο(ν)
- βουρτσίζω και βουρτσάρω
- βουτάω, -ώ
- βούτηγμα και βούτημα
- βουτηχτάρα
- βουτηχτής
- βουτηχτός
- βουτιά
- βουτσί
- βουτσινάς
- βράδυ
- βράχος
- βρόμα
- βρύση
- βύθιση
- βύθος
- βυτίο
- γαλάζιος
- γαλανός
- γαλεόνι και γαλιόνι και γαλιούνι και γαλόνι και γαλούνι
- γαρίδα
- γαρμπής
- γαύρος και γάβρος
- γεμάτος
- Γιάλτα
- γιαλός
- γκρίφι
- γλάρος
- γο(μ)φάρι
- γουδί
- γούλα
- γούλι
- γραίγος και γρέγος
- γραμμάριο
- γριβάδι
- γυαλί[2]
- γύψος
- δελφίνι
- διαγωνισμός
- διαδέτης
- διαδοχικός
- διαμέρισμα
- διαμήκης
- διάρμενο
- διάχυτος
- διβάρι
- δικάταρτος
- δικηγόρος
- δίπλοκος
- δίσεκτος και δίσεχτος
- δίστροφος
- διύλιση
- δίχτυ
- δολώνω
- δόντι
- δουλειά
- Δούναβης
- δράκαινα
- δράση
- δυναμώνω
- δύση
- δώρο
- Ε, ε, έψιλον
- εγκαθιστώ
- εγκατάσταση
- εισόδημα
- εκβαθύνω
- εκκίνηση
- εκσφενδονίζω
- εκφόρτωση
- εκφορτωτήρας
- ελιά
- εμβόλαιο
- εμπασιά και έμπαση και μπασιά
- εμπατή και αμπατή
- εμπόδιση
- εμπόλεμος
- εμπρός και μπρος και ομπρός
- εντράδα και εντράτα και ιντράδα
- ενώνω
- εξαρτία
- εξάρτια και ξάρτια
- εξασθένηση
- έξοδο
- εξώστης
- επαλήθευση
- επανωφόρι και πανωφόρι
- επένδυση
- επιδίνω και επιδίδω
- επιμελητήριο
- επίσπευση
- επιστεγάζω
- επιστέγασμα
- επιτάχυνση
- ερμάρι και αρμάρι
- ζαλίζω
- ζαργάνα
- ζούρλος
- ζύγισμα
- ζυγοστάθμιση
- ζύγωθρο
- ζύγωμα
- ζυγώνω
- ηλιοβασίλεμα
- ηλιοστάσιο
- ήλωση
- θέτω
- θήκη
- θηλιά και θελιά
- θλίψη
- Θύμαινα
- ιατροσόφι και γιατροσόφι
- ίβδης
- Ιράκ
- καβαλάρης
- κάβος, [1]
- κάβος, [2]
- κάβουρας
- καδένα
- καθρέφτης και καθρέπτης
- κακάβι
- κακ(κ)αβιά
- καλαμάρι
- καλάμι
- καλαμίδι
- καλαντάρι και καλανδάρι και καλεντάρι
- καλαφάτης
- καλόγερος και καλόγηρος
- καλογρίτσα
- καλοκαίρι
- καλούπι
- καμάρι
- καμίνι
- καμπανός
- καν(ν)αβάτσο
- καν(ν)άβι
- καράβι
- καραβοκύρης
- καρβουνιάρης
- κάρβουνο
- κάργα
- κασέλα
- κασόνι
- καστανιά
- καταναλώνω
- κατάρτι
- καταχνιά και κατάχνια
- κατεργάρης
- κατευόδιο
- κατούνα
- κατράμι και κατράνι
- κατσούλι
- κατώφλι
- καφάσι
- κάψα
- κελί
- Κέρος
- κιάλι
- κλειδώνω
- κλωστή
- κόβω και κόφτω και κόπτω
- κοινοπραξία
- κολάρο
- κολατσ(ι)ό
- κολόνα
- κολυμπάω, -ώ
- κομπόδεμα
- κόμπος και κόμβος
- κονσέρβα
- κόντρα
- κοντραστάρω και κοντρεστάρω
- κόπανος
- κοπίδι
- κοραλλένιος
- κορδέλα
- κόστα
- κοστίζω
- κουβάς
- κουκούλα
- κουλούρα
- κουλούρι
- κουμάντο
- κουμέρκι
- κο(υ)μπάσο
- κουνούπι
- κουπί
- κο(υ)ρσάρος
- κούρσος
- κουτάλα
- κούτσουρο
- κουφάρι
- κόφα
- κρεβάτι
- κρέμαση
- κρεμαστάρι
- κρεμαστήρας
- Κροατία
- κρύος
- κρύσταλλο
- κυδώνι
- κώδικας
- κωλόπανο
- Κωνσταντινούπολη
- λαγουδέρα
- λαδερό
- λακέρδα
- λάμνω
- λαμπίκος
- λάσπη
- λεβάντες
- Λεμεσός
- λερώνω
- λιακάδα
- λίβας
- λινάρι
- λινοβάμβακος
- λιοβασίλεμα και ηλιοβασίλεμα
- λογαριασμός
- λοστός
- λουρί
- λυθρίνι και λιθρίνι
- λύνω
- λύχνος
- μάγειρας και μάγειρος και μάγερας
- μάγουλο
- μαδέρι
- μαζεύω και μαζώνω
- μαΐστρα
- μάνταλο και μάνδαλο
- μαντάρι
- μαντίκι
- μαούνα
- μάπα
- μαραγκός
- μαρίδα
- μάστορας
- μεγάλος
- μερί
- μέσα
- μεσημέρι
- μεσημεριάζω
- μεσ(ι)ανός
- μεσοπέλαγο
- μεσοχείμωνο
- μήνας
- μηνιάτικο
- μικραίνω
- μίλι
- μιλι-
- μόδι(ο)
- μόλος
- μουριά
- μουρσελάρω
- μουσέλι
- μούσκλι
- μούχλα
- μπάγκος και πάγκος
- μπαίνω
- μπάλα
- (μ)πάντα
- μπάρα
- μπαρούτι
- (μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα
- μπότ(τ)α
- (μ)πούσουλας
- μπρού(ν)τζος
- μύδι
- μυτερός
- ναυλώνω
- νεράιδα και ανεράιδα και νεράδα και ανεραγίδα και ανεράδα
- νερό
- νεροχύτης
- νέτος
- νέφωμα
- νησί
- Νοέμβριος
- νύχι
- ξάρτι
- ξαστεριά
- ξάστερος
- ξαστέρωμα
- ξαστερώνω
- Ο, ο, όμικρον
- οιάκιση
- οιακισμός
- οιακιστής
- ολημερίς
- Ολλανδία
- ονοματολόγιο
- όρτσα
- οστρεοκομία
- όστρια
- παίρνω
- πάκτωμα και πάχτωμα
- παλαμίδα και παλαμύδα
- παλέτσα
- παλινδρόμηση και παλινδρομία και παλινδρομή
- πανέρι
- πανί
- παράθυρο
- πασαπόρτι
- παστράγγουλο
- πατερίτσα
- πεζόβολος
- πείραμα
- περάτης και περατής
- περιγιάλι
- πεταλούδα
- πηγάδι
- πιάνω
- πισσώ
- πλάκα
- πλεξίδα και πλεξούδα
- πλεούμενο
- πλεύσιμος
- πληρωμή
- πληρωτής
- πλοίαρχος
- ποδάρι
- ποδιά
- ποδότης
- πολυέλαιος
- Πολωνία
- ποντικός
- ποντοπλοΐα
- πόρτα
- πορφύρας
- πορφυρός
- ποτάμι
- πουκάμισο
- Πούλια
- πουρνάρι και πρινάρι
- πουρνό
- πριονίζω
- πρόβλεψη
- προσόψι
- πρύμος
- ράβω και ράφτω
- ράδα
- ρέγο(υ)λα
- ρετσίνι
- ρίγα
- ριπίδι ή ριπίδιασμα
- ροκανίζω και ρουκανίζω
- ρύθμιση
- Ρωσία
- σαβούρα
- σαΐτα και σαγίτα
- σαντάλα
- σαντζακόσχοινο
- σάπιος
- σαπούνι
- σαρδέλ(λ)α
- σάρωθρο
- σαφρίδι και σαυρίδι και σαβρίδι
- σβούρα
- σειράδιο
- σέρνω και σύρω
- σηκώνω
- σημάδι
- σηματωρείο
- σκαθάρι
- σκαλώνω
- σκαλωσιά
- σκαμνί
- σκαρί
- σκεβρώνω
- σκεπάρνι και σκερπάνι
- σκόνη
- σκόρος
- σκοτάδι
- σκουμπρί
- σκουριά
- σκυλόψαρο
- σμέρνα
- σολομός
- σουβλί
- σούδα
- σουρώνω
- σταματώ
- στουπί
- στραγγαλισμός
- στρείδι
- στρειδολόγος
- στρειδότσεφλο
- στυλώνω
- στυπειοθάλαμος
- συάκι
- συμψηφισμός
- συναγρίδα
- συναγωνισμός
- σύναυγα
- συννεφώδης
- σύρμα
- σφήνα
- σφικτός
- σφουγγάρι
- σφυρηλάτηση
- σφυρί
- σφυροκατσάβιδο
- σχαστήριο
- σχόλη και σκόλη
- σωλήνας
- σωληνοκάβουρας
- σωληνοκόπτης και σωληνοκόφτης
- σωληνολαβίδα
- σωτρόπι
- ταξιδεύω
- ταξίδι
- τέντα
- τεντώνω
- τιμόνι
- τραβέρσα
- τραβώ
- τραμο(υ)ντάνα και ντραμο(υ)ντάνα και τρεμοντάνα και τριμουντάνα
- τρεχαντήρι
- τριβέλα
- τρίψιμο
- τροφοδότης
- τσάπα
- τσεκούρι
- τσιπούρα
- τσίρος
- τυχαίνω
- Υ, υ, ύψιλον
- υπόστεγο
- φαγγρί
- φανάρι
- φεγγάρι
- φιτίλι
- φλαμούρι
- φλόγα
- φλόκος
- φλομώνω και φλομιάζω
- φορτώνω
- φόρτωση
- φούμο
- φο(υ)ρτούνα
- φούστα
- φούχτα
- φτάνω και φθάνω
- φτελιά
- φτυάρι και φκυάρι
- φωτιά
- φωτοβολία και φωτοβολιά
- φωτοβόλος
- φωτοβολώ
- χάλαζα
- χαλάω και χαλώ και χαλνώ
- χαλκιάς
- χάνω
- χαραμάδα
- χέλι
- χιόνι
- χνάρι και αχνάρι
- χρηματοδότηση
- χρηματοδοτώ
- χριστόψαρο
- χρονολογία
- χρονολογώ
- χρωστήρας
- χταπόδι
- χτένι
- χωνί
- ψάθα
- ψαλίδι
- ψαράς
- ψάρεμα
- ψαρεύω
- ψάρι
- ψαροκόκαλο
- ψιχάλα