μαραγκός
ο, ουσ.
(επάγγ.) ξυλουργός για κατασκευές περιορισμένης έκτασης, επιπλοποιός, καραβομαραγκός.
Ετυμολογία
< μσν. < βενετ. marangό(n) -ς < λατιν. mergo [= βυθίζω].
Παράγωγα
μαραγκοσύνη, μαραγκούδικο.
Σύνθετα
καραβομαραγκός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαραγκός», σ. 502. https://navalhistory.gr/lexiko/μαραγκοσ/