γριβάδι
το, ουσ.

(ιχθυολ.) ψάρι του γλυκού νερού, το όνομά του αλλάζει από τόπο σε τόπο: κυπρίνος, σαζάνι, κάρπα, τσάφα, καρλιώτικο, μποτσικάρι, γκοτζάρι, τσουκάνι, η επιστ. ονομ.: Cyprinus carpio δηλ. Κυπρίνος ο καρπίων [διώνυμο], θερμόφιλο και αργοκίνητο, το συναντάμε κυρίως σε λίμνες και όχι στα κρύα νερά των ποταμών, είναι φυτοφάγο και τρέφεται με σπόρους φυτών αλλά και με νύμφες εντόμων, μπορεί να φτάσει το 1 μέτρο μήκος και τα 20 – 30 κιλά βάρος, πολύτιμο στη διατροφική επιλογή πολλών λαών, όπως, Εβραίων, Ελλήνων, Γάλλων, Αυστριακών και Πολωνών.
Ετυμολογία
< μσν. γριβάδι, ή
ή ίσως από το σλαβ. griva.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γριβάδι», σ. 193. https://navalhistory.gr/lexiko/γριβαδι/