βουτσί
το, ουσ.
δοχείο για υγρά, αλλά και μικρό βαρέλι, βυτίο.
Ετυμολογία
< μσν. βουτσί(ον) / βουτσίν / βουττίν < λατιν. buttis.
Παράγωγα
βουτσάς, βουτσάδικο, βουτσέλα, βουτσέλι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουτσί», σ. 165. https://navalhistory.gr/lexiko/βουτσι/