πισσώ
[μτγν.] και πισσώνω, ρ. [μετβ.]
χρίω, αλείφω κάτι με πίσσα, κατραμώνω.
Ετυμολογία
< μσν. πισσώνω < μτγν. πισσόω / πισσῶ (< αρχ. πίσσα) + [καταλ.] -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πισσώ», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πισσω/