navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζύγωθρο

ζύγωθρο

το, ουσ.

ζύγωθρο, εικόνα από το έντυπο
  1. μοχλός συγκράτησης φύλλων πορτοπαράθυρων, το ζυγόθυρο, συνών. σύρτης, αμπάρα, μάνταλο
  2. (μηχανολ.) εξάρτημα [μικρός μεταλλικός μοχλός (αλλιώς: πλήκτρο) στερεωμένος σε άξονα] εμβολοφόρων μηχανών εσωτερικής καύσης το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ των βαλβίδων και του εκκεντροφόρου με σκοπό την επιτυχή μετάδοση της κίνησης στις βαλβίδες, συνών. πιανόλα, κοκοράκι.

Ετυμολογία

< μσν. ζύγωθρον < ζυγώ(-όω) + [κατάλ.] -θρον.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζύγωθρο», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγωθρο/