ζύγωθρο
το, ουσ.

- μοχλός συγκράτησης φύλλων πορτοπαράθυρων, το ζυγόθυρο, συνών. σύρτης, αμπάρα, μάνταλο
- (μηχανολ.) εξάρτημα [μικρός μεταλλικός μοχλός (αλλιώς: πλήκτρο) στερεωμένος σε άξονα] εμβολοφόρων μηχανών εσωτερικής καύσης το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ των βαλβίδων και του εκκεντροφόρου με σκοπό την επιτυχή μετάδοση της κίνησης στις βαλβίδες, συνών. πιανόλα, κοκοράκι.
Ετυμολογία
< μσν. ζύγωθρον < ζυγώ(-όω) + [κατάλ.] -θρον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζύγωθρο», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγωθρο/