αμόνι
το, ουσ.

(εργαλ.) μεταλλική βάση σιδηρουργών, από χυτοσίδηρο ή χάλυβα, κατάλληλη για σφυρηλατήσεις, συνών. άκμονας.
Ετυμολογία
< μσν. αμόνιν < μτγν. ἀκμόνιον, υποκορ. του αρχ. ἄκμων [= 1. κεραυνός, αστροπελέκι, μετεωρίτης, 2. αμόνι σιδηρουργού].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμόνι», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμονι/