navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαμέρισμα

διαμέρισμα

το, ουσ.

  1. ενιαίο σύνολο δωματίων, συνήθως σε πολυκατοικία, που χρησιμεύει ως κατοικία ή ως εργασιακός χώρος, κυρίως, παροχής υπηρεσιών
  2. (πληθ.) τμήμα παλατιού, (φρ.) «διαμερίσματα της βασίλισσας»,
  3. αποκλειστικός και περιορισμένος εργασιακός χώρος
  4. (γεωγρ.) υποδιαίρεση μιας ευρύτερης περιοχής, χώρας, επαρχίας, πόλης κ.λπ. (φρ.) «γεωγραφικό / διοικητικό διαμέρισμα», (φρ.) «διαμέρισμα θαλαμηπόλων / θερμαστών / κινητήρων πλοίου / μηχανών / πληρώματος / επιβατών / αξιωματικών / τορπιλών / βομβών / ηλεκτρομηχανών / συσσωρευτών / ασυρμάτου / χαρτών».

Ετυμολογία

< μσν. διαμέρισμα [= μέρος, μερίδιο, μτφρδ. από τη γαλλ. appartement.

Παράγωγα

διαμερισματικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμέρισμα», σσ. 211-212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμερισμα/