διαμέρισμα
το, ουσ.
- ενιαίο σύνολο δωματίων, συνήθως σε πολυκατοικία, που χρησιμεύει ως κατοικία ή ως εργασιακός χώρος, κυρίως, παροχής υπηρεσιών
- (πληθ.) τμήμα παλατιού, (φρ.) «διαμερίσματα της βασίλισσας»,
- αποκλειστικός και περιορισμένος εργασιακός χώρος
- (γεωγρ.) υποδιαίρεση μιας ευρύτερης περιοχής, χώρας, επαρχίας, πόλης κ.λπ. (φρ.) «γεωγραφικό / διοικητικό διαμέρισμα», (φρ.) «διαμέρισμα θαλαμηπόλων / θερμαστών / κινητήρων πλοίου / μηχανών / πληρώματος / επιβατών / αξιωματικών / τορπιλών / βομβών / ηλεκτρομηχανών / συσσωρευτών / ασυρμάτου / χαρτών».
Ετυμολογία
< μσν. διαμέρισμα [= μέρος, μερίδιο, μτφρδ. από τη γαλλ. appartement.
Παράγωγα
διαμερισματικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμέρισμα», σσ. 211-212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμερισμα/