navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαλανός

γαλανός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει ανοικτό γαλάζιο χρώμα, [δες συνών. γαλάζιος]
  2. διαυγής, αίθριος, καθαρός, ασυννέφιαστος.

Ετυμολογία

< μσν. γαλεανός < μτγν. κα(λ)λάϊνος [= γαλαζοπράσινος].

Σύνθετα

γαλανομάτης, γαλανόλευκη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλανός», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλανοσ/