γαλανός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει ανοικτό γαλάζιο χρώμα, [δες συνών. γαλάζιος]
- διαυγής, αίθριος, καθαρός, ασυννέφιαστος.
Ετυμολογία
< μσν. γαλεανός < μτγν. κα(λ)λάϊνος [= γαλαζοπράσινος].
Σύνθετα
γαλανομάτης, γαλανόλευκη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλανός», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλανοσ/