μεσημέρι
το, ουσ.
το μέσο της ημέρας, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα, μεσημβρία, δωδεκάτη ώρα, συνήθως, για το χρονικό διάστημα 12-3 μ.μ., αντών. μεσάνυχτα.
Ετυμολογία
< μσν. μεσημέρι(ν) < μτγν. μεσημέριον ουδ. του μεσημέριος < αρχ. μέσ(ος) + ἡμέρα.
Παράγωγα
μεσημεριανός, μεσημεριάτης, μεσημεριάτικος.
Σύνθετα
απομεσήμερα, απομεσήμερο, καταμεσήμερα, καταμεσήμερο, μεσημεριάζω, μεσημεριανός, μεσημεριάτικα, μεσημεριάτικος, ξεμεσημεριάζω, ξεμεσημέριασμα
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσημέρι», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσημερι/