navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τυχαίνω

τυχαίνω

ρ. [μετβ.]

  1. συναντώ τυχαία κάποιον
  2. βρίσκομαι τυχαία κάπου.

Ετυμολογία

< μσν. τυχαίνω < αρχ. τυγχάνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τυχαίνω», σ. 857. https://navalhistory.gr/lexiko/τυχαινω/