γούλι
το, ουσ.
- βότσαλο
- βλαστάρι
- (μτφ.) κάθε τι στρογγυλό και λείο.
Ετυμολογία
< μσν. γουλίν [= χάλκινη μύτη κονταριού] < λατιν. gula [= λαιμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γούλι», σ. 190. https://navalhistory.gr/lexiko/γουλι/