navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γούλι

γούλι

το, ουσ.

  1. βότσαλο
  2. βλαστάρι
  3. (μτφ.) κάθε τι στρογγυλό και λείο.

Ετυμολογία

< μσν. γουλίν [= χάλκινη μύτη κονταριού] < λατιν. gula [= λαιμός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γούλι», σ. 190. https://navalhistory.gr/lexiko/γουλι/