μπάλα
η, ουσ.
- συμπαγής ή φουσκωμένη σφαίρα, από πλαστικό ή καουτσούκ ή κάποιο ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται ως παιχνίδι
- (συνεκδ.) το ποδόσφαιρο
- (ιστορ.) οβίδα κανονιού
- συσκευασία εμπορευμάτων.
Ετυμολογία
< μσν. μπάλα < πάλα < λατιν. palla,ή
ή < βεν. bal(l)a.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάλα», σ. 540. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλα/