επένδυση
η, ουσ.
- είδος, με το οποίο καλύπτουμε κάτι, για ενίσχυση ή για προφύλαξη ή για διακόσμηση, επένδυμα, επικάλυψη, (φρ.) «επένδυση εσωτερική / εξωτερική / από αμίαντο / από χαλκό / από ξύλο / από πλαστικό / από ορείχαλκο / λέβητα / οροφής / σωλήνα / τοιχώματος»,
- (ειδικότ.) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας, φόδρα
- (οικον.) η διάθεση κεφαλαίων στην αγορά για υλοποίηση επιχειρηματικών σχεδίων, (φρ.) «δημόσια / ιδιωτική επένδυση»,
- (φρ.) «μουσική επένδυση», soundtrack, η μουσική που συνοδεύει μια κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά κ.λπ.
Ετυμολογία
< μσν. επένδυ(σις) (< επενδύω) + -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επένδυση», σ. 285. https://navalhistory.gr/lexiko/επενδυση/