navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάσπη

λάσπη

η, ουσ.

  1. μείγμα από χώμα και νερό, συνών. πηλός
  2. μείγμα από οικοδομική άμμο, χαλίκια, τσιμέντο, ασβέστη ίσως και άχυρα, συνών. χαρμάνι
  3. κακής ποιότητας μάζα, συνών. ίζημα, κατακάθι
  4. πολτός, χυλός, η μορφή που παίρνουν διάφορα υλικά μετά τη διαδικασία του βρασμού και εφόσον παραβράσουν, όπως τα ζυμαρικά
  5. (μτφ.) α) η διαφθορά, η ανηθικότητα, συνών. ξεπεσμός, β) κατηγορία που δεν είναι αληθινή.

Ετυμολογία

< μσν. αβέβαιου ετύμου, ίσως από το

ή < ἑλασπίς [= βάλτος, βούρκος, έλος], ή

ή < από το ἔλασις [= σφυρηλάτηση], μια και ο πηλός έχει την ιδιότητα της πλαστικότητας.

Παράγωγα

λασπώνω > λάσπωμα.

Σύνθετα

λασπολογία, λασπολόγος, λασπολογώ, λασπόλουτρο, λασπομαχία, λασπομάχος, λασπονέρι, λασπόνερο, λασποτόπι, λασπότοπος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάσπη», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασπη/