λάσπη
η, ουσ.
- μείγμα από χώμα και νερό, συνών. πηλός
- μείγμα από οικοδομική άμμο, χαλίκια, τσιμέντο, ασβέστη ίσως και άχυρα, συνών. χαρμάνι
- κακής ποιότητας μάζα, συνών. ίζημα, κατακάθι
- πολτός, χυλός, η μορφή που παίρνουν διάφορα υλικά μετά τη διαδικασία του βρασμού και εφόσον παραβράσουν, όπως τα ζυμαρικά
- (μτφ.) α) η διαφθορά, η ανηθικότητα, συνών. ξεπεσμός, β) κατηγορία που δεν είναι αληθινή.
Ετυμολογία
< μσν. αβέβαιου ετύμου, ίσως από το
ή < ἑλασπίς [= βάλτος, βούρκος, έλος], ή
ή < από το ἔλασις [= σφυρηλάτηση], μια και ο πηλός έχει την ιδιότητα της πλαστικότητας.
Παράγωγα
λασπώνω > λάσπωμα.
Σύνθετα
λασπολογία, λασπολόγος, λασπολογώ, λασπόλουτρο, λασπομαχία, λασπομάχος, λασπονέρι, λασπόνερο, λασποτόπι, λασπότοπος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάσπη», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασπη/