λερώνω
ρ. [μετβ.]
- βρομίζω
- (μτφ.) ντροπιάζω, κηλιδώνω, στιγματίζω κάποιον με τα λεγόμενά μου
- (μέσ.) λερώνομαι, γίνομαι βρόμικος.
Ετυμολογία
< μσν. λερώνω < λερ(ός) -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λερώνω», σ. 480. https://navalhistory.gr/lexiko/λερωνω/