navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λερώνω

λερώνω

ρ. [μετβ.]

  1. βρομίζω
  2. (μτφ.) ντροπιάζω, κηλιδώνω, στιγματίζω κάποιον με τα λεγόμενά μου
  3. (μέσ.) λερώνομαι, γίνομαι βρόμικος.

Ετυμολογία

< μσν. λερώνω < λερ(ός) -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λερώνω», σ. 480. https://navalhistory.gr/lexiko/λερωνω/