διάρμενο
το, ουσ.
(ναυπ.) πλοίο με δύο κατάρτια, συνών. δικάταρτο, δίστηλο.
Ετυμολογία
< δια- + άρμενο [= το πανί ιστιοφόρου σκάφους] < μσν. ἄρμενον < αρχ. ἄρμενα [πληθ.] ουδέτερο της μτχ. ἄρμενος του ἀραρίσκω [= 1. ενώνω, 2. παρασκευάζω, προετοιμάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάρμενο», σ. 215. https://navalhistory.gr/lexiko/διαρμενο/