λιοβασίλεμα
Και: ηλιοβασίλεμα
το, ουσ.
η δύση του ήλιου, το λιόγερμα, αντών. λιόβγαλμα.
Ετυμολογία
< μσν. ἡλιο-βασίλευμαν.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιοβασίλεμα και ηλιοβασίλεμα», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λιοβασιλεμα-και-ηλιοβασιλεμα/