λοστός
ο, και λοστάρι, το, ουσ.
(εργαλ.) ατσάλινη βέργα που είναι λυγισμένη και διχαλωτή στη μία άκρη της και λειτουργεί ως μοχλός, χρήσιμη στη μετακίνηση βαριών αντικειμένων αλλά και στο ξεκάρφωμα.
Ετυμολογία
< μσν. λοστός < αρχ. λοῖσθος [= κοντάρι πλοίου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λοστός», σ. 489. https://navalhistory.gr/lexiko/λοστοσ/