navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δυναμώνω

δυναμώνω

ρ. [μετβ.]

  1. αυξάνω τη δύναμη σε κάτι/κάποιον, συνών. ενισχύω, ισχυροποιώ, τονώνω, αντών. αδυνατίζω, αποδυναμώνω, εξασθενίζω, χαμηλώνω [τον ήχο]
  2. βελτιώνω την απόδοση κάποιου
  3. ενδυναμώνω το σώμα μου
  4. αναρρώνω
  5. (στρατ.) εξοπλίζω, οχυρώνω, εντείνω.

Ετυμολογία

< μσν. δυναμώνω < μτγν. δυναμ(ῶ) + -ώνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυναμώνω», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμωνω/