δυναμώνω
ρ. [μετβ.]
- αυξάνω τη δύναμη σε κάτι/κάποιον, συνών. ενισχύω, ισχυροποιώ, τονώνω, αντών. αδυνατίζω, αποδυναμώνω, εξασθενίζω, χαμηλώνω [τον ήχο]
- βελτιώνω την απόδοση κάποιου
- ενδυναμώνω το σώμα μου
- αναρρώνω
- (στρατ.) εξοπλίζω, οχυρώνω, εντείνω.
Ετυμολογία
< μσν. δυναμώνω < μτγν. δυναμ(ῶ) + -ώνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυναμώνω», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμωνω/