αντάρα
η, ουσ.
- το σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας από σύννεφα ομίχλης που προμηνύει φοβερή καταιγίδα και γενικότερα φοβερή κακοκαιρία, ή ο δυνατός άνεμος
- (μτφ.) μεγάλη φασαρία, οχλοβοή.
Ετυμολογία
< μσν. αντάρα < ανταρ(άσσω) -α, < αρχ. ἀναταράσσω [= ανακατώνω, αναστατώνω, l.&Sc].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντάρα», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανταρα/