navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντάρα

αντάρα

η, ουσ.

  1. το σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας από σύννεφα ομίχλης που προμηνύει φοβερή καταιγίδα και γενικότερα φοβερή κακοκαιρία, ή ο δυνατός άνεμος
  2. (μτφ.) μεγάλη φασαρία, οχλοβοή.

Ετυμολογία

< μσν. αντάρα < ανταρ(άσσω) -α, < αρχ. ἀναταράσσω [= ανακατώνω, αναστατώνω, l.&Sc].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντάρα», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανταρα/