navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δώρο

δώρο

το, ουσ.

  1. αυτό που προσφέρεται σε κάποιον, χάρισμα από τα βάθη της καρδιάς, χωρίς αμοιβή, χωρίς αντάλλαγμα, συνών. δώρισμα, χάρισμα, δεξίμι, κανίσκι, μποναμάς, ρεγάλο, φιλοδώρημα, πουρμπουάρ, πεσκέσι, μπαξίσι
  2. χρηματικό ποσόν που δίνεται στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα την περίοδο των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού
  3. (μτφ.) έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου, τα χαρίσματα που προσφέρθηκαν από τη θεία προέλευση.

Ετυμολογία

< μσν. δώρο < αρχ. δῶρον < δίδωμι.

Παράγωγα

δωρίζω, δώρημα, δωρητής, δωρητήριο.

Σύνθετα

δωροδόχος, δωρολήπτης, δωροδοκώ, δωροδοκία, δωρόσημο, δωροδόκημα,

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δώρο», σ. 239. https://navalhistory.gr/lexiko/δωρο/