δώρο
το, ουσ.
- αυτό που προσφέρεται σε κάποιον, χάρισμα από τα βάθη της καρδιάς, χωρίς αμοιβή, χωρίς αντάλλαγμα, συνών. δώρισμα, χάρισμα, δεξίμι, κανίσκι, μποναμάς, ρεγάλο, φιλοδώρημα, πουρμπουάρ, πεσκέσι, μπαξίσι
- χρηματικό ποσόν που δίνεται στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα την περίοδο των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού
- (μτφ.) έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου, τα χαρίσματα που προσφέρθηκαν από τη θεία προέλευση.
Ετυμολογία
< μσν. δώρο < αρχ. δῶρον < δίδωμι.
Παράγωγα
δωρίζω, δώρημα, δωρητής, δωρητήριο.
Σύνθετα
δωροδόχος, δωρολήπτης, δωροδοκώ, δωροδοκία, δωρόσημο, δωροδόκημα,
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δώρο», σ. 239. https://navalhistory.gr/lexiko/δωρο/