σχόλη
Και: σκόλη
η, ουσ.
[λαϊκότροπο] ημέρα αργίας, ανάπαυσης.
Ετυμολογία
< μσν. σχόλη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σχόλη και σκόλη», σ. 815. https://navalhistory.gr/lexiko/σχολη-και-σκολη/