navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σουρώνω

σουρώνω

ρ.

  1. [μετβ.] στραγγίζω κάτι με σουρωτήρι, φιλτράρω, διυλίζω
  2. [αμετβ.] α) δημιουργώ πτυχές σε ύφασμα, κάνω ζάρες, ζαρώνω, β) (μτφ.) χάνω σε βάρος, αδυνατίζω, γ) (μτφ.) μεθώ, πίνω πολύ.

Ετυμολογία

< μσν. σουρώνω < μτγν. σειρῶ [= στραγγίζω, φιλτράρω], [για τη 2η γ) ερμ.] ίσως από τοβενετ. sur(o) [= είδος φελλού] + -ώνω.

Παράγωγα

σούρωμα, σουρωτήρι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σουρώνω», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουρωνω/