απόχη
η, ουσ.

(εργαλ.) φορητό δίχτυ σε σχήμα σακούλας, που σταθεροποιείται σε στρογγυλή μεταλλική στεφάνη σταθεροποιημένη σε μακριά ξύλινη βέργα, κατάλληλο για το μάζεμα εντόμων και ψαριών.
Ετυμολογία
< μσν. απόχη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόχη», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/αποχη/