navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απλήρωτος

απλήρωτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν πληρώθηκε για την εργασία που έκανε, απλέρωτος
  2. αυτός που δεν τον γέμισαν, δεν τον συμπλήρωσαν, ο κενός.

Ετυμολογία

< μσν. απλήρωτος < μτγν. ἀπλήρωτος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απλήρωτος», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απληρωτοσ/