απλήρωτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν πληρώθηκε για την εργασία που έκανε, απλέρωτος
- αυτός που δεν τον γέμισαν, δεν τον συμπλήρωσαν, ο κενός.
Ετυμολογία
< μσν. απλήρωτος < μτγν. ἀπλήρωτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απλήρωτος», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απληρωτοσ/