navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποθέτω

αποθέτω

ρ. [μετβ.]

  1. αφήνω κάτω κάτι που κρατώ
  2. (μτφ.) βασίζομαι σε κάποιον
  3. βάζω οικονομίες στην άκρη για ώρα ανάγκης, αποταμιεύω
  4. (γεωλ.) συσσωρεύω στο έδαφος υλικά που προέρχονται από διάβρωση ή που μεταφέρονται από τον άνεμο, το νερό κ.λπ.

Ετυμολογία

< μσν. αποθέτω < αρχ. ἀποτίθημι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθέτω», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθετω/