βουτηχτάρα
η, ουσ.
(ορνιθ.) θαλασσινό είδος πουλιού, επιστ. ονομ.: phalacrocorax aristotelii, βουταναριά, αἴθυια κωλοβούτι.
Ετυμολογία
< μσν. βουτ(ώ) + -ηχτήρα, λαϊκή ονομασία που δικαιολογείται για το βούτηγμα που κάνει στο θαλασσινό νερό με σκοπό την απόκτηση της τροφής του.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουτηχτάρα», σ. 165. https://navalhistory.gr/lexiko/βουτηχταρα/