λίβας
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) ο πολύ θερμός νοτιοδυτικός άνεμος που πνέει με κατεύθυνση από τη Λιβύη, αλλιώς: γαρμπής, (γενικότ.) ο πολύ θερμός και ξηρός άνεμος, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση από την οποία προέρχεται.
Ετυμολογία
< μσν. λίβας < μτγν. λίψ, αιτ. λίβα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίβας», σ. 481. https://navalhistory.gr/lexiko/λιβασ/