αρμίδι
Και: ορμίδι, αρμίθι
το, και αρμιθιά, η, ουσ. [λαϊκότροπο]
- α) αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από λεπτό και πυκνοπλεγμένο σχοινί, στην άκρη του οποίου υπάρχουν βαρίδια και αγκίστρια, β) πετονιά ψαρέματος στην άκρη της οποίας καταλήγει το αγκίστρι, η ορμιά
- είδος σχοινιού που στη μία άκρη του δένονται τα παλαμάρια τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στον ασφαλή ελλιμενισμό του σκάφους ενώ στο άλλο, ελεύθερο άκρο του, υπάρχει σφαιροειδής κόμπος έτσι ώστε όταν αυτό πεταχτεί από το σκάφος ο ναυτεργάτης του λιμανιού να τραβήξει εύκολα το παλαμάρι για την πρόσδεση του σκάφους στη σιδερένια δέστρα, συνών. (ι)βιλάι.
Ετυμολογία
< μσν. ὁρμίδι < αρχ. ὁρμ(ιά) + μτγν. επίθημα -ίδιον, με τροπή του [ο] σε [α].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμίδι και ορμίδι και αρμίθι», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμιδι-και-ορμιδι-και-αρμιθι/