δουλειά
η, ουσ.
- το επάγγελμα που κάνει κάποιος, συνών. η εργασία, ασχολία
- το έργο που πρέπει να εκτελέσει κάποιος, το δημιούργημα, η κατασκευή
- αγοραπωλησία, εμπόριο.
Ετυμολογία
< μσν. δουλειά < αρχ. δουλεία [= υπηρεσία, σκλαβιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δουλειά», σ. 233. https://navalhistory.gr/lexiko/δουλεια/