navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δουλειά

δουλειά

η, ουσ.

  1. το επάγγελμα που κάνει κάποιος, συνών. η εργασία, ασχολία
  2. το έργο που πρέπει να εκτελέσει κάποιος, το δημιούργημα, η κατασκευή
  3. αγοραπωλησία, εμπόριο.

Ετυμολογία

< μσν. δουλειά < αρχ. δουλεία [= υπηρεσία, σκλαβιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δουλειά», σ. 233. https://navalhistory.gr/lexiko/δουλεια/