σωλήνας
ο, σωλήνα, η, ουσ.
μακρύς και κοίλος κυλινδρικός αγωγός, συνήθως, με λεπτά τοιχώματα σε σχέση με τη διάμετρό του, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη διοχέτευση υγρών και αερίων σωμάτων, (φρ.) «σωλήνας αερισμού / αποχέτευσης / δοκιμαστικός / τριχοειδής / γεώτρησης / ακτινοβολίας / αποστράγγισης / εκκενώσεως / θερμάνσεως / καταστρώματος / κατακλύσεως / λέβητα / μανομέτρου / παροχετεύσεως / ψύξεως / τροφοδότησης / πλύσεως / υπερχείλισης / ελαστικός / πλαστικός / μεταλλικός / τριοδικός /καθοδικός / ορειχάλκινος / χυτός / πυροσβεστικής αντλίας».
Ετυμολογία
< μσν. σωλήνας < αρχ. σωλήν, αιτ. -ῆνος [= σωλήνας, δίοδος, αγωγός, οχετός, αυλάκι].
Παράγωγα
σωληνώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σωλήνας», σ. 815. https://navalhistory.gr/lexiko/σωληνασ/