navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπρού(ν)τζος

μπρού(ν)τζος

ο, ουσ.

  1. (χημ.) γενική ονομασία διαφόρων κραμάτων: α) χαλκού και κασσίτερου, συνών. κρατέρωμα, ή β) χαλκού και ψευδάργυρου, συνών. ορείχαλκος
  2. (πληθ.) σκεύη της κουζίνας.

Ετυμολογία

< μσν. μπρούντζον < ιταλ. bronzo (αγγλ. και γαλλ. bronze) <

ή μσν. λατιν. brundium, αβέβαιου ετύμου, ίσως < περσ. birinj / pirinj, που σημαίνει χαλκός, ή

ή ίσως όμως και από το τοπων. Brundisium [= λιμάνι της Ιταλίας που παρήγε στην αρχαιότητα αυτό το μέταλλο].

Παράγωγα

μπρούντζινος, μπρουντζένιος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπρού(ν)τζος», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μπρουντζοσ/