δράση
η, ουσ.
- οι ενέργειες που κάνει κάποιος για την επίτευξη του στόχου, (φρ.) «περιβαλλοντική δράση / εθελοντική / επαναστατική / πολιτική / συνωμοτική / τρομοκρατική / εθνική / αντεθνική / εναλλακτική / φιλανθρωπική / ανθρωπιστική / κοινωνική / συνδικαλιστική / αναρχική»,
- η εκδήλωση κάποιας ενέργειας, επενέργεια, αντών. αδράνεια, ακινησία, απραξία
- (λογοτ. - κινημ. - θέατρ.) η ζωηρή εναλλαγή των επεισοδίων σε κάποιο κείμενο λογοτεχνικό, η πλοκή του σεναρίου
- [φρ.] «δράση και αντίδραση», «Υπηρεσία Αμέσου Δράσεως / Άμεσης Δράσης».
Ετυμολογία
< μσν. δράσις < αρχ. δρᾶσις < δράω/δρῶ.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δράση», σ. 234. https://navalhistory.gr/lexiko/δραση/