navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σφικτός

σφικτός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που σφίγγει, που πιέζει κάτι από όλες του τις πλευρές
  2. (συνεκδ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από πυκνότητα ή σκληρότητα
  3. (μτφ.) α) αυτός που είναι πολύ καλά δεμένος, β) ο τσιγκούνης, αντών. ανοιχτοχέρης, σπάταλος.

Ετυμολογία

< μσν. σφικτός < μτγν. σφιγκτός < αρχ. σφίγγω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφικτός», σ. 811. https://navalhistory.gr/lexiko/σφικτοσ/