σφικτός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που σφίγγει, που πιέζει κάτι από όλες του τις πλευρές
- (συνεκδ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από πυκνότητα ή σκληρότητα
- (μτφ.) α) αυτός που είναι πολύ καλά δεμένος, β) ο τσιγκούνης, αντών. ανοιχτοχέρης, σπάταλος.
Ετυμολογία
< μσν. σφικτός < μτγν. σφιγκτός < αρχ. σφίγγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφικτός», σ. 811. https://navalhistory.gr/lexiko/σφικτοσ/