navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντιμόνιο

αντιμόνιο

το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(χημ.) στερεό στοιχείο που, ενώ ανήκει στην ομάδα των μετάλλων, συμπεριφέρεται και σαν αμέταλλο, χρήσιμο στη μεταλλουργία.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) αγγλ. antimony ή ιταλ. antimonio < μσν. λατιν. antimonium < ίσως από το ελλ. αντί + μόνος, δηλώνοντας με την ονομασία του ότι πολύ σπάνια βρίσκεται μόνο του και ελεύθερο, ή αραβ. προέλευσης.

Παράγωγα

αντιμονίτης [= είδος μεταλλεύματος μεγάλης αξίας], αντιμονιούχος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιμόνιο», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιμονιο/