λουρί
το, ουσ.
στενόμακρη ταινία, από δέρμα ή ύφασμα ή κάποιο άλλο συνθετικό υλικό, που χρησιμοποιείται για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων ή ως εξάρτημα απαραίτητο για τη σωστή μηχανική λειτουργία, συνών. ιμάντας.
Ετυμολογία
< μσν. λουρίν < μτγν. λωρί(ο)ν, υποκορ. του ελνστ. λῶρ(ος) < λατιν. lorum.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λουρί», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουρι/