αχινός
ο, ουσ. [πληθ. αχινιοί]

(ιχθυολ.) μικρό θαλάσσιο μαλάκιο που καλύπτεται από ασβεστολιθικό σφαιρικό κέλυφος με αγκάθια, οι γεννητικοί του αδένες με τα αυγά που εσωκλείουν αποτελούν εξαιρετικό αφροδισιακό φαγητό.
Ετυμολογία
< μσν. αχινός < αρχ. ἐχῖνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχινός», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχινοσ/